Η αταξία

Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Έργο της ζωγράφου Βασιλικής ΚαραμπέρηΟδηγούσε το αυτοκίνητο με σταθερή ταχύτητα, παράλληλα διαρκώς στις διαχωριστικές λουρίδες. Χωρίς να καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια, χωρίς καν να το σκέπτεται, φρόντιζε να ισαπέχει από τα δύο πεζοδρόμια.

Η ανάγκη για συμμετρία και κανονικότητα ήταν το κεντρικό σημείο της προσωπικότητάς του. Όλη του η δομή στηριζόταν στην αναγκαία αυτή συνθήκη.

Όταν ήταν μικρός, αν κατά λάθος πατούσε στη γραμμή που χώριζε δυο πλάκες του πεζοδρομίου, έπρεπε στο επόμενο βήμα να πατήσει με το άλλο πόδι άλλη μια τέτοια γραμμή, στο ίδιο σημείο και με το αντίστοιχο μέρος του παπουτσιού. Αν αστοχούσε, χρειάζονταν δύο διορθώσεις: της άστοχα εκτελεσμένης επανάληψης και της αρχικής «ανωμαλίας». Κάθε που έξυνε ένα σημείο του προσώπου του, έπρεπε να ξύσει και το συμμετρικό στην άλλη πλευρά. Αισθανόταν ένα κατακόρυφο επίπεδο να τον διχοτομεί. Τα τρία σημεία που το όριζαν ήταν η κορυφή του κεφαλιού, το οστό που προεξείχε στο μέσο του αυχένα και ο αφαλός. Απεχθανόταν τα μποξεράκια, γιατί τον υποχρέωναν να διαταράξει τη συμμετρικότητα του σώματος επιλέγοντας  το ημιχώριο του οποίου ο όγκος θα ευνοούταν.

Οι άλλοι απέδιδαν την αξιοσημείωτη γαλήνη και ηρεμία των κινήσεών του σε  φυσική ιδιότητα που αυξανόταν από την υψηλή του νοημοσύνη, γιατί δεν ήξεραν ότι πήγαζε από την υποχρέωση να έχει σχεδόν κάθε κίνησή του αλγεβρικό άθροισμα μηδέν. Κάθε θετικό όφειλε να αντιστοιχεί σε κάτι αρνητικό, κάθε αύξουσα τάση σε μια ισοδύναμη φθίνουσα, κάθε δεξί σε κάτι αριστερό κ.τ.λ.

Αποτέλεσμα ήταν μια αδιατάρακτης μονοτονίας πορεία, που του είχε χαρίσει το παρωνύμιο «κύριος προβλέψιμος».

Μα σήμερα ο κ. προβλέψιμος παραβίαζε σε βαθμό ακραίο για τα δεδομένα του την αρχή της συμμετρίας και της κανονικότητας. Δεν ήταν και τα δυο του χέρια αντικριστά στο τιμόνι. Το αριστερό, ολοένα εγκατέλειπε το ζεύγος  και έψαυε στην τσέπη του σακακιού του ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτιού.

Μολαταύτα απολάμβανε την προβλέψιμη μεσαιωνική μουσική με τον χωρίς εξάρσεις στάσιμο ηχητικό όγκο και τις περιοδικά επαναλαμβανόμενες μελωδικές φόρμες, έπαιρνε τις στροφές διατηρώντας σταθερά το όχημα σε διεύθυνση εφαπτόμενη στην καμπύλη των λουρίδων κυκλοφορίας, η πίεση στο γκάζι ήταν ανάλογη προς την κλίση της ανηφόρας ή της κατηφόρας, ώστε το διάνυσμα της ταχύτητας να έχει πάντα μέτρο σταθερό και χαμογελούσε αυτάρεσκα όταν το ταχύμετρο δικαίωνε την εκτίμησή του με τη βελόνα πάντα κατακόρυφη, στην ένδειξη 100.

Το ανυψωμένο κατά γωνία 30 μοιρών ως προς το οριζόντιο επίπεδο χέρι που ένευε για οτοστόπ ανήκε σε τόσο γοητευτικό και απαράμιλλα κανονικό κορμί, που δε χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ για να μειώσει έγκαιρα με σταθερή επιβράδυνση την ταχύτητα και να ακινητοποιηθεί στο ακριβές σημείο, ώστε το χέρι χωρίς να χρειαστεί να μετακινηθεί παρά μόνο να διαγράψει κυκλικό τομέα 45 μοιρών στο κατακόρυφο επίπεδο, άνοιξε το πόμολο της πόρτας.

Η αγαλλίασή του κορυφώθηκε εξαιτίας της χάρης με την οποία εισχώρησε και πήρε θέση δίπλα του πρώτα το αριστερό της πόδι,  γάμπα  καμπύλη γκαουσιανή, μηρός κόλουρος κώνος με λόγο διαμέτρου ως προς το ύψος που σίγουρα θύμιζε χρυσή τομή, κι ύστερα τα δύο εξαίσια ημισφαίρια που στήριζαν ένα μεγαλειώδες σώμα όλο επιφάνειες σαγματοειδείς ή θόλους σφαιρικούς με απολήξεις όμορφους επικαμπύλιους νευρώνες ελαφιού. Ο κυλινδρικός λαιμός που πάνω του οι φλέβες ζωγράφιζαν σιγμοειδείς στήριζε τον ύμνο της διαφορίσιμης επιφάνειας, λείας παντού με επίπεδα ασύμπτωτα να ψάχνουν στ’ αντιφέγγισμα του ήλιου να βρουν το άπειρο έσχατο σημείο συνάντησης. Η κώμη της, κομήτης με φιδογυριστές σπειροειδείς πυρόξανθες ανταύγειες. Στα μάτια κύκλοι ομόκεντροι αρχικά, μα πιο κοντά στα βλέφαρα πολύχρωμες ελλειψοειδείς με φθίνουσα εκκεντρότητα.

Μπορούσε άνετα να την παρατηρεί, καθώς εκείνη είχε γυρίσει προς το μέρος του και οι ματιές του εφάπτονταν στο δέρμα της γυρεύοντας την αύρα να συλλάβουν πιο πολύ.

Χωρίς να τον ρωτήσει, έκλεισε το κασετόφωνο και σε λίγο ο χώρος πλημμύρισε ρυθμό απ’ το σταθμό όπου συντόνισε το δέκτη του ραδιοφώνου ολοκληρώνοντας τη μαγεία του σκηνικού.

«Πόσο χρονώ είσαι;» ακούστηκε κύμα η φωνή·  ημίτονο.

«Σαράντα». Έφραξε τη συνέχεια «κι εσύ;» πριν δραπετεύσει.

«Δε μιλάς πολύ. Είσαι μοναχικός τύπος;»

«Μιλάω όσο χρειάζεται, χρειάζεται ελάχιστα. Ακούω όσο μπορώ, στη μέγιστη τιμή».

«Ουάου, κουλτουριάρης ε;»

«Κρατήσου», είπε φρενάροντας για ν’ αποφύγει το κρίσιμο σημείο καμπής στο μέσο του οποίου δέσποζε λακκούβα ακανονίστου σχήματος, αν και οιονεί λημνίσκος. Το χέρι του της έσφιξε το μπράτσο, μα τα δάχτυλα διερεύνησαν την επιφάνεια κι αποχώρησαν ικανοποιημένα από το πόρισμα.

«Είσαι γλυκός, και δε σου φαίνεται ότι είσαι σαράντα».

«Ξέρω, μοιάζω 39», απάντησε χωρίς να μπει στον κόπο να χαμογελάσει.

«Καλό. Μ’ αρέσεις. Κόψε από δω. Ξέρω έναν πιο σύντομο δρόμο».

Το χέρι της πίεσε το δικό του κάθετα στο τιμόνι και τον ανάγκασε να στρίψει. Έδειξε να εντυπωσιάζεται που δε σάστισε, δεν έδειξε να νευριάζει, το σημείο ασυνέχειας των κινήσεών του προσπελάστηκε ομαλά και διόρθωσε τον απότομο ελιγμό με χειρισμούς απλούς και ακριβείς.

Είχε σουρουπώσει. Οι χωμάτινοι όγκοι που έκλειναν το δρόμο εμφανίστηκαν αιφνίδια.

«Το ’ξερες».

«Επίτηδες σ’ έφερα από δω. Είσαι αλλιώτικος απ’ τους άλλους. Δε θα ερχόσουν αν σου το ’λεγα. Έχει μια εγκαταλειμμένη  ταβέρνα πιο κάτω. Πάμε;»

«Δεν ανατρέπω εύκολα τα σχέδιά μου. Στις συσκέψεις του γραφείου όλοι ξέρουν από πριν τι θα πω».

«Και πάντα συμφωνούν. Ένας τόσο προγραμματισμένος και ήρεμος άνθρωπος κάνει όλους να τον σέβονται. Αλλά δεν κάνεις ούτε μια αταξία;»

«Και οι αταξίες έχουν την τάξη τους σε μια καλά ορισμένη δομή».

Έβαλε την όπισθεν. Γύρισε να κοιτάξει πίσω.

«Φρένο», του είπε, μα η φωνή δυο συλλαβές, δυο τόνοι σε πτώση τραχιά μα συνεχή με κλίση αρνητική.

Κρατούσε ένα περίστροφο και τον σημάδευε.

«Δε θα πανικοβληθείς, μα ούτε θα κάνεις καμιά κουτουράδα. Τελικά δεν κέρδισες τίποτε με την ευφυΐα σου. Άλλοι με λιγότερο μυαλό έχουν την τύχη να απολαύσουν τουλάχιστον ό,τι έτσι κι αλλιώς θα υποχρεωθούν να πληρώσουν».

«Δε θα ’πινα ό,τι με κερνούσες. Το περίστροφο θα ήταν πάλι απαραίτητο».

«Είσαι στ’ αλήθεια έξυπνος. Αν δε σε φοβόμουν, θα επαναλάμβανα την προσφορά πριν σ’ αλαφρώσω απ’ το πορτοφόλι σου».

«Μήπως ζητάς πιο λίγα από αυτά που μπορείς να πάρεις;»

«Ν’ ακούσω την προσφορά».

«Εγώ θ’ ακούσω. Αυτή είναι η προσφορά. Σου είπα ότι ακούω πολύ. Κι ακούω καλά. Πότε το έμαθες;»

«Δυο μήνες πριν. Μα, για ποιο πράγμα ρωτάς;»

«Πώς έγινε; Ξέρεις ποιος σου το φόρτωσε; Τον μισείς;»

«Απίστευτο! Πώς το κατάλαβες;»

«Τι φέρνει τον άνθρωπο στην τρέλα; Μόνο η ανάγκη ή η απελπισία. Κι εγώ θα τρελαινόμουν. Ούτε κι εγώ θα το εμπιστευόμουν πουθενά. Είμαστε όμοιοι στο βάθος. Πατούσες ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου μικρή;»

«Ούτε τώρα πατάω. Αν πατήσω κατά λάθος, ξαναπατάω επίτηδες με τ’ άλλο πόδι».

Δε χρειάστηκε παρά να απλώσει αργά το χέρι, αναλώνοντας αρκετά δευτερόλεπτα για διάστημα τόσο μικρό. Ήθελε να της δώσει κάθε ευκαιρία. Τον άφησε να κρύψει το περίστροφο στο συρτάρι.

«Δε θα χρειαστεί να κάνουμε αταξία. Πάμε».

Έγειρε στον ώμο του. Τα δυο τους σώματα ήταν πλασμένα να αλληλοσυμπληρωθούν. Οι κυρτώσεις του ενός εφάρμοζαν απόλυτα στις κοιλότητες του άλλου και η ένωση ήταν άθροισμα απορροφητικό των δύο προσθετέων, τρανή επαλήθευση ότι ένα κι ένα κάνουν ένα ενίοτε.

«Σαν να σε ξέρω χρόνια».

«Όλοι με ξέρουν. Με αποκαλούν κύριο προβλέψιμο».

«Κάτι μου λέει πως είσαι έτοιμος να τους διαψεύσεις».

Ήταν η σειρά του να εκπλαγεί. Αυτός είχε ένα minimum στοιχείων. Η επαφή στο χέρι της όταν φρενάρισε του ’δωσε την πιο απαραίτητη υπόθεση του προβλήματος: δεν τρυπιόταν. Τι οδηγεί στο μέγιστο σημείο αντίδρασης τόσο αρνητικής που να τείνει στο έγκλημα; Μόνο η στοχαστική ανέλιξη του βέβαιου ενδεχομένου να πληρωθεί ο χώρος από κενό, με την τρελή επιθυμία να καθοδηγήσει την αναπόφευκτη επικράτηση της εντροπίας. Κοντολογίς η απελπισία. Κι απελπισία από αιτία άδικη, με υπεύθυνο και φταίχτη.

Δεν ήταν φυματίωση, καρκίνος, λευχαιμία. Μόνο «αυτό» σκοτώνει και σκληραίνει. Πρόβλημα αδύνατο, γιατί άλλοι υπονόμευσαν τις τιμές των παραμέτρων. Άδικη καταδίκη από δικαστή ανάλγητο και ένορκους κουφούς. Μα αυτή; Πώς είδε μέσα του; Πού βρήκε τα στοιχεία; Ξανάψαξε στην τσέπη του για το τετράγωνο χαρτί. Το είχε τσαλακώσει. Μια τέτοια λεπτομέρεια ήταν δείγμα σαφές πρωτόφαντης ανατροπής. Πώς όμως εκείνη γνώριζε;

 

Το δίλημμα της μισοάδειας, μισογεμάτης μποτίλιας λύθηκε γρήγορα με το ρυθμό που το κορίτσι ρούφαγε αχόρταγα. Ίσως και να ’ταν άχρηστο που έκλεψε απ’ την τσάντα της τη φιάλη με την κισσοειδή παράσταση κι αφαίρεσε το υπνωτικό για να ολοκληρώσει το σχέδιο μέθυσής της. Εξάλλου διόλου απίθανο ότι τον είχε δει κι ηθελημένα αφέθηκε. Στροβιλιζόταν γύρω του σαν κωνική τομή που δημιουργεί στο χώρο περιστρεφόμενη γύρω στον άξονα επάλληλες επιφάνειες στάθμης μεταβλητής τιμής. Και κάθε τόσο όλο λιγότερο κρύβονταν τα λαμπερά της μέλη, λεία σαν σολιτόνια, σαν κύματα σε λίμνη. Ολόστιλπνη, σε οριακά μηδενική απόσταση, όπου η ανάκλαση του χνώτου του επέστρεφε και νότιζε και τα δικά του μέλη, σημεία συσσώρευσης  του ιδρώτα της, ώσπου ανεμπόδιστες ξανάσμιξαν οι συμπληρωματικές τους παραστάσεις.

Τότε, -πρώτο το φάρμακο ή το ποτό ποιος ξέρει- παραδομένη έγειρε ακίνητη κι ωχρή, σαν με ταχύτητα άπειρη διαφυγής το χρώμα, έξω απ’ το κίτρινο, δραπέτευσε σε συμπαγή συνεκτική φυγή.

Κρατώντας την προσεκτικά μη σπάσει, την ξάπλωσε στον καναπέ, χάιδεψε τα μαλλιά της, έβγαλε το σημείωμα απ’ την τσέπη κι αποφασιστικά σήκωσε το ακουστικό.

 

«Καλώς το Ζάχο. Παραπονιέσαι ότι δε σε σκέφτομαι όταν προκύπτουν όμορφες φάσεις. Σήμερα θα σε αποζημιώσω μια και καλή. Κοίτα».

Τα μάτια του επισκέπτη διαστάλθηκαναν στη θέα.

«Γρήγορα πριν ξυπνήσει. Ήπιε μια θάλασσα ποτά. Ούτε θα καταλάβει ότι δεν είμαι εγώ».

«Ρε συ, τι έκπληξη είναι αυτή! Δεν είναι η γκόμενα, είναι που δεν περίμενα από σένα κάτι τέτοιο».

«Δε στο ’χα πει πως θα σε εντυπωσιάσω μια απ’ αυτές τις μέρες; Παιδεύτηκα να τα οργανώσω όλα τέλεια για να το πετύχω».

«Χα χα! και στο απρόβλεπτο προβλεπτικός ο κ. Προβλέψιμος. Έχεις κανένα προφυλακτικό;»

«Ξέρεις πως δεν αφήνω τίποτε στην τύχη. Είναι εγγυημένα καθαρή. Ούτε εγώ χρησιμοποίησα. Αν πάλι είσαι χέστης…»

 

Ξαπλωμένος στην κούνια της βεράντας άκουγε τους στεναγμούς της άρρητης ηδονής του άλλου με ύφος αδιάφορο, χαμένο στον ορίζοντα. Έβγαλε από το σακάκι το σημείωμα. Το διάβασε ξανά: Ζαχούλη λαχταρώ να ξεκουμπιστεί επιτέλους ο κ. προβλέψιμος για Ιταλία για να περάσουμε τρεις υπέροχες νύχτες στη φωλίτσα μας.

Πρώτα το σιδέρωσε με τα χέρια του να αποκαταστήσει το επίπεδο της επιφάνειας. Ύστερα το έσκισε σε πολλά μικρά κομματάκια με αλλεπάλληλες προσεκτικές διπλώσεις, πέταξε τα σκουπίδια στο καλάθι, σχημάτισε έναν αριθμό στο κινητό.

«Γιώργο, ετοίμασέ μου σε παρακαλώ μια αγωγή διαζυγίου … Έ, ας κάνω κι εγώ κάτι απρόβλεπτο μια φορά!»

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.