Πώς έμαθα τι είναι το όριο.

Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

 

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, οι γονείς μου με έστελναν σε ένα σχολείο πολύ μακριά από το σπίτι μας. Άλλαζα δυο συγκοινωνίες για να φτάσω, αλλά απολάμβανα τη διαδρομή και είχα και οικονομικό όφελος. Με συχνότητα δύο στις τρεις φορές, ο εισπράκτορας δε μου έβγαζε εισιτήριο. Το θέαμα ενός επτάχρονου μπόμπιρα που σοβαρός σοβαρός, με τη σάκα στο χέρι, ζητούσε ένα εισιτήριο «Ομόνοια», δημιουργούσε ευφορία, κι αντί εισιτηρίου εισέπραττα ένα χάδι στα κοντοκουρεμένα μου μαλλιά ή ένα χτύπημα στην πλάτη. Έτσι, τα χρήματα γίνονταν χαρτζιλίκι και το χαρτζιλίκι κομπόδεμα που ολοένα φούσκωνε. Περίπου 3 δραχμές τη μέρα, επί 20 μέρες κάθε μήνα 60 δραχμές, επί 8 μήνες αν βγάλουμε αργίες και διακοπές, 480 δραχμές, βάλε και τα λεφτά από τα κάλαντα κι από το ρεγάλο της γιαγιάς, υπολόγιζα στο τέλος της σχολικής χρονιάς να έχω  πάνω από 800 δραχμές, σωστή περιουσία!

Τι θα τα έκανα τα λεφτά αυτά; Είχα το σχέδιό μου. Κάθε μέρα, από τη στάση που κατέβαινα μέχρι τη στάση που έπαιρνα το επόμενο λεωφορείο στο γυρισμό, περπατούσα τρία τετράγωνα. Με κανονικό βήμα δεν ήταν πάνω από δύο λεπτά της ώρας, αλλά ποτέ δεν έκανα λιγότερο από μισάωρο. Σταματούσα σε μια γκαλερί ζωγραφικής και χάζευα με τις ώρες έναν πίνακα που με μάγευε. Παρίστανε μια μπαλαρίνα που στροβιλιζόταν. Για να πετύχει ο ζωγράφος το στροβίλισμα, τα χρώματα ήταν τόσο αχνά που λες και προσπαθούσαν να μοιάσουν όλα στο μη χρώμα, στο απόλυτο λευκό. Δεν ξέρω αν πιο πολύ αυτό ήταν που με γοήτευε, αυτή η τάση των γραμμών και των χρωμάτων να μην υπάρχουν ή η αιθέρια ύπαρξη που δεν ξεδιάλυνες πρόσωπο από την ταχύτητα της περιστροφής κι έτσι μπορούσα να βλέπω την Ιωάννα, τη ξανθιά συμμαθήτριά μου που είχαν ερωτευτεί όλα τα αγόρια του σχολείου, αλλά κανένα όπως εγώ. Μερικές φορές μου φορτωνόταν για παρέα ένας συμμαθητής που αραιά και που κατέβαινε στο μαγαζί του πατέρα του και τότε τον τραβούσα να πάμε απ’ άλλο δρόμο. Δεν άντεχα να ‘ναι κανένας δίπλα μου σαν θαύμαζα τη χορεύτριά μου κι είχα την ελπίδα κανείς ποτέ από τους συμμαθητές μου μην τη δει, γιατί είχαν όλοι λεφτά πολλά και μπορεί να έβαζαν τους γονείς τους να τους την αγοράσουν. Έκανε ακριβώς 800 δραχμές. Δεν το έλεγε στη βιτρίνα, μα μια μέρα πήρα το θάρρος, μπήκα και ρώτησα: «Μου είπε η μαμά μου να ρωτήσω πόσο έχει αυτός ο πίνακας». Κι ύστερα, «ρωτάνε κι άλλοι»;

Η κυρία του καταστήματος μου δήλωσε ότι οι πελάτες προτιμούσαν άλλα έργα, και γι’ αυτό τον είχε στη βιτρίνα, γιατί δε φανταζόταν να πουληθεί κι έτσι δε θα χρειαζόταν να αλλάζει τη διακόσμηση. «Μ’ αρέσει και μένα πολύ», μου είπε, «βλέπω πως κάθε μέρα τον κοιτάς με τις ώρες. Μη φοβάσαι, θα στον κρατήσω». Θα μου κόστιζε 800 δραχμές και μια γάζα με ιώδιο, γιατί από τη χαρά μου μπουρδουκλώθηκα στα λυμένα μου κορδόνια καθώς πετούσα προς τη στάση.

Ποτέ δεν τα κατάφερα. Η καλή κυρία μου την είχε κρατημένο, επίτηδες ή τυχαία δεν ξέρω, μα ένα ατύχημα του πατέρα τον κράτησε δυο μήνες από τη δουλειά και οι οικονομίες όλων μας συνεισέφεραν στην επιβίωση της οικογένειας. Ήξερα ποια ήταν η μοίρα μας κι είχα μάθει να καταπίνω τέτοιες απογοητεύσεις, μα με τι κόστος…

 

Ο πίνακας ξανάρθε έντονα, αν και μια διαφορετικό τρόπο στην παιδική μου ζωή σ’ ένα βιβλίο που διάβαζα με συνέχειες όταν πηγαίναμε επίσκεψη στο θείο Δημήτρη. Σιχαινόμουνα τις επισκέψεις, δεν υπέφερα τα αγκαλιάσματα των συγγενών ούτε είχα τη διάθεση να κάνω τον κλόουν απαντώντας σε αφελείς ερωτήσεις τους με τις οποίες έλεγχαν τις γνώσεις μου. Ήξεραν όλοι ότι ήμουν αστέρι στα Μαθηματικά και συναγωνίζονταν ποιος θα μου βάλει το πιο δύσκολο πρόβλημα. Όμως πάντα ρωτούσαν το ίδιο. Ένα ήξερε ο καθένας κι ούτε θυμόταν πως με είχε ξαναρωτήσει. Για να διασκεδάζω την ανία που μου έφερνε η εξέταση τους έδινα απαντήσεις που τους έφερναν σε αμηχανία. Ο θείος Παναγιώτης με ρωτούσε πάντα «Πώς κάνει το τρένο όταν περνάει; Τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα , τρεις δεκαπέντε κι έντεκα. Πόσο κάνει όλα μαζί;» Την πρώτη φορά είχε ενδιαφέρον να υπολογίσω από μνήμης το άθροισμα 125, αλλά τις επόμενες καταντούσε βαρετό, έτσι κάποτε του απάντησα «Όσα δάκτυλα χρειαζόμαστε για 25 μούντζες θείε».

Όμως στο θείο Δημήτρη οι επισκέψεις ήταν απόλαυση χάρη στη μεγάλη βιβλιοθήκη του. Τρεις γιορτές το χρόνο ήταν όσες περίπου χρειάζονταν για να ολοκληρώσω σε δόσεις ένα βιβλίο. Η τρίτη τύχαινε να είναι πάντα του Αγ. Δημητρίου όπου μας κάνανε τραπέζι, κι έτσι, όσο κι αν είχε μείνει, το τέλειωνα, έστω κι αν μερικές φορές δεν έτρωγα παρά όσα μου έφερναν με το ζόρι να με ταΐσουν εκεί που καθόμουν χωμένος στον καναπέ, ξαναμμένος από την ηδονή της ανάγνωσης. Η μοιραία συνάντηση με τον πίνακα έγινε όταν πια ήμουν έφηβος, τρίτη Γυμνασίου θαρρώ. Ήταν η ιστορία ενός ζωγράφου που στα στερνά του άρχισε να τρελαίνεται από την απελπισία που δεν μπορούσε να ζωγραφίσει την εικόνα των ονείρων του. Εγώ την ήξερα την εικόνα! Ήταν η Ιωάννα μπαλαρίνα! Όμως ο ζωγράφος κάθε φορά πλησίαζε και κάθε φορά έφτιαχνε ένα «αριστούργημα» για τους κριτικούς, που τον ίδιο τον άφηνε τελείως αδειανό. Στο τέλος δεν καταδεχόταν να πουλήσει τους πίνακες αυτούς, μόνο τους έσκιζε με μίσος που τόσο απείχαν από το όραμά του. Τέλος, γέρος πολύ, κλείστηκε στο εργαστήρι του ογδόντα μέρες κι ογδόντα νύχτες. Κοιμόταν λίγο εκεί μπροστά στον πίνακα που δούλευε, και που τον σκέπαζε με πανί μην τον δει κανένας πριν τελειώσει. Η νοσοκόμα που τον πρόσεχε διαμαρτυρόταν στο γιατρό ότι τις πιο πολλές φορές το φαΐ του έμενε απείραχτο κι ότι δεν έκανε καν δυο βήματα πίσω να ξαπλώσει στο κρεβάτι, μα αναγκαζόταν να τον κουβαλάει αυτή  όπως κοιμόταν βαριά, αγκαλιά με το πόδι του καβαλέτου. Ο γιατρός τον εύρισκε πάντως αξιοθαύμαστα ακμαίο κι έτσι τον άφηναν να κάνει την «τρέλα» του. Όποιος μετά τις δέκα μέρες έβλεπε το έργο θα το θεωρούσε τελειωμένο, όμως ο γέρος συνεχώς αραίωνε τα χρώματα κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο… προσπαθώντας να φυλακίσει στο πανί το όραμα το τόσο αιθέριο, τόσο ντελικάτο κι απαλό, ώστε πιο πολύ να το φαντάζεσαι παρά να το διακρίνεις.  Ώσπου μια μέρα τους κάλεσε όλους: φίλους, συγγενείς, κριτικούς, παλιούς πελάτες για να τους δείξει το έργο του. Με χέρια τρεμάμενα, κοιτώντας στο πουθενά, τράβηξε λίγο λίγο το πανί μέχρι που φανερώθηκε ο καμβάς. Γύρισε και τους κοίταξε έναν έναν στα μάτια. Οι επισκέπτες καμώνονταν πως θαυμάζουν κι έλεγαν από ένα λόγο εγκωμιαστικό, μα μεταξύ τους κούναγαν το χέρι δίπλα στο κεφάλι ή με το δάκτυλο χτυπούσαν χαρακτηριστικά το μηνίγγι και μουρμούριζαν. Ο γέρος ζωγράφος έριξε μια ματιά στο έργο του κι ύστερα σωριάστηκε μπροστά στον κατάλευκο καμβά.

«Αϊ παράτα με», φώναξα έξω φρενών στη μητέρα μου που ήρθε με ένα πιρούνι να μου χώσει στο στόμα το μεζέ. Ήμουν βέβαιος ότι κι αυτή θα γελούσε! Μόνο εγώ τον καταλάβαινα τον κακομοίρη το γεράκο. Μα πώς αλλιώς θα φυλακίσεις το όνειρο αν δεν το εξαϋλώσεις! Αν κάτεχαν τα χέρια μου από μπογιές, έτσι κι είχα αγοράσει τη μπαλαρίνα, το ίδιο θαρρώ θα έκανα. Θα αραίωνα κι άλλο κι άλλο τα χρώματα κι ας μην έβλεπε τίποτε κανείς άλλος. Μακάρι να μην έβλεπε τίποτε κανείς άλλος. Δε θα ‘χα μόνο πετύχει να πιάσω το άπιαστο, μα θα ‘χα και την αποκλειστικότητα μόνο εγώ να βλέπω τη φιγούρα να στροβιλίζεται με άπειρη ταχύτητα που κάθε στιγμιότυπο να μην υπάρχει σχεδόν. Ήξερα ότι εγώ θα την έβλεπα. Κάποτε ήμουν τόσο απορροφημένος από την προσπάθεια να λύσω ένα πρόβλημα, που είχε σκοτεινιάσει κι εμένα τα μάτια μου είχαν προσαρμοστεί κι έβλεπαν. Το πήρα είδηση όταν έλυσα το πρόβλημα και ξάφνου νόμισα ότι τυφλώθηκα, καθώς τότε μόλις αισθάνθηκα ότι ήμουν στα σκοτεινά! Έτσι κι η εικόνα μου. Στην προσπάθεια να προσεγγίσω αφαιρετικά το άπιαστο, το άπειρο του κάλλους, έπρεπε να φτάσω στην εκμηδένιση του υλικού.

Μετά από αυτές τις παιδικές μου εμπειρίες φαντάζομαι να αντιλαμβάνεστε τι ένιωσα όταν πρωτοδιδάχτηκα τη μαθηματική έννοια του ορίου. Δεν ήταν κάτι καινούργιο, αλλά η δυνατότητα να οριστεί το παιδικό μου όραμα μαθηματικά αποτέλεσε την «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»…

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.