H τρίλια

Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

 

Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι του λαού, φτωχοί κι απαίδευτοι. Είναι επομένως μυστήριο πώς μου κόλλησε , πέντε χρονών σκατό, η συνήθεια ν’ ακούω κλασική μουσική.

Η μάνα μου δε δούλευε, αν και ποτέ δεν ήταν αργή κι εύρισκε τρόπο ν’ αβγαταίνει τα λιγοστά μας εισοδήματα. Όμως καθημερινά γύρω στις δέκα, το μούλικο εγώ είχα μάθει και την ώρα, έβγαινε στη γειτονιά. Έκανε τα ψώνια, πέρναγε να συγυρίσει της κατάκοιτης κυρα-Ελισάβετ, και κατέληγε στην κολλητή της φίλη τη Μαρίνα. Εδώ πρέπει να ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση να σας μιλήσω για τη Μαρίνα, αρκετή μεγάλη για να χωρέσει τον τεράστιο όγκο της. Η δεύτερη μεγαλύτερη απόλαυσή μου εκείνης της εποχής ήταν η αγκαλιά της αγαθής γιγάντισσας. Μ’ έσφιγγε να με λιώσει ανάμεσα στα πελώρια στήθια της, ενώ εγώ απολάμβανα αυτή την εξαφάνιση ναρκωμένος από την ευωδιά της κανέλλας που μοσχοβόλαγε. Η Μαρίνα παραπονιόταν πως παχαίνει χωρίς να τρώει. Όμως η μυρωδιά της κανέλας που είχε πλημμυρίσει τα μαλλιά της από τα σιρόπια που έφτιαχνε να δέσει τους μπακλαβάδες και τα γαλατομπούρεκα την πρόδιναν. Πριν μου κολλήσει η συνήθεια που σας είπα στην αρχή, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αφήσω τη μάνα μου μονάχη στην πρωινή της βόλτα. Όμως η μια απόλαυση ήταν ανταγωνιστική της άλλης. Αυτό το δίωρο ήταν η μόνη μου ευκαιρία ν’ «ακούσω» την αγαπημένη μου μουσική. Τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα, γιατί ο τρόπος που ζούσα την ακρόαση δεν περιγράφεται με το ρήμα ακούω. Κείνα τα χρόνια η κλασική μουσική στις φτωχογειτονιές της Αθήνας είχε συνδεθεί με το θάνατο κάποιου σπουδαίου. Άμα ανοίγαμε το ράδιο κι ακούγαμε βιολιά, ξέραμε πως κάποιος είχε πεθάνει. Η πρώτη μου τέτοια εμπειρία ήταν ο θάνατος του βασιλιά Παύλου. Έκτοτε ρωτούσα τον πατέρα μου με αγωνία πόσων χρονών ήταν ο νέος βασιλιάς, η μητέρα του και τ’ αδέρφια ή ο πρωθυπουργός κι οι άλλοι επίσημοι. Αν και πολλοί απ’ αυτούς ήταν στην εποχή τους, η πείρα μου από τις αειθαλείς γριές της γειτονιάς δεν απέπνεε … αισιόδοξες προοπτικές. Να όμως που μια μέρα εκεί που γύρναγα τη βελόνα του ραδιοφώνου, κάπου ανάμεσα στο «ράδιο Μαντούβαλος» και το «ράδιο ψησταριές Λεωνίδας», έπεσα στο τρίτο πρόγραμμα. Ήταν ο ήχος που περίμενα, αλλά ακόμη πιο όμορφος, καθώς δεν ήταν όλα τα κομμάτια λυπητερά. Παρ όλα αυτά η μάνα μου με φιλοδώρησε δυο σκαμπίλια που, αν και τρεις φορές μου φώναξε να κλείσω τον «κακό μπελά», εγώ ούτε που την είχα ακούσει.

Έτσι, περίμενα να πλησιάσει ο κοντός δείκτης στο δέκα κι ο μακρύς να στέκεται ορθός, εύρισκα μια δικαιολογία για να μη με τραβολογά στα ψώνια, στερούμουν την ημερήσια δόση λανθάνοντος σεξουαλισμού με γεύση κανέλλας – που ξαναβρίσκω όταν πίνω καπουτσίνο με γοητευτική παρέα-, ευλογούσα το Λεωνίδα που με τις συνεχείς διαφημίσεις των καταπληκτικών ψησταριών του με βοηθούσε να εντοπίσω ευκολότερα τη συχνότητα που γέμιζε με χρώμα και φως το θλιβερό μας υπόγειο κι αφηνόμουν. Άλλοτε ανάλογα με τη μουσική στροβιλιζόμουν σαν τρελός μέχρι να πέσω κάτω ζαλισμένος, άλλοτε κοιτιόμουν στον καθρέφτη προσπαθώντας να κάνω μορφασμούς που να ταιριάζουν με το κομμάτι, άλλοτε κυλιόμουν στο πάτωμα, άλλοτε ξάπλωνα μπρούμυτα στο κρεβάτι των γονιών μου και γέμιζα το μαξιλάρι κλάμα λυτρωτικό κι άλλοτε στεκόμουν ακίνητος σαν άγαλμα ώρα πολύ, εγώ που ο κουρέας με έδενε στην καρέκλα για να μη μοιάζει το κουρεμένο μου κεφάλι με οργωμένο χωράφι.

 

 

Να όμως που η μεγάλη μου χαρά μου έδωσε και μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις των παιδικών μου χρόνων. Μερικές από τις μουσικές επανέρχονταν με κάποια συχνότητα. Ανάμεσά τους ένα κομμάτι για πιάνο, που δυστυχώς όταν μεγάλωσα το ξέχασα, κάτι σαν πληρωμή ή τιμωρία για την είσοδο στην ωριμότητα και κατά συνέπεια την απώλεια της παιδικής αγνότητας. Εκείνο όμως που με σιγουριά θυμάμαι ήταν πως λίγο πριν το φινάλε ο εκτελεστής έκανε μια τρίλια που με εντυπωσίαζε, με ξεσήκωνε και μ’ έκανε να γελάω πολλές ώρες μετά. Πρέπει να ήταν υπερβολική και να μην ταίριαζε, να μην έδενε με το ύφος του κομματιού, αλλά εμένα καθόλου δε με απασχολούσε τότε. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, λέω πως και λάθος να ήταν του πιανίστα ή ψεύτικο στολίδι φτηνού εντυπωσιασμού, είχε ένα σημαντικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αν μίλησε στην καρδιά ενός έστω παιδιού. Όπως και να’ χει, εμένα ήταν η τρίλια μου ή, όπως έλεγα τότε που δεν ήξερα τη μουσική ορολογία, «μια τρεμουλοχαρά».

Θα πρέπει να είχα ακούσει πέντε με έξι φορές το κομμάτι, μα το περίμενα με λαχτάρα κάθε μέρα. Θα’ χε περάσει ένας χρόνος, πάντως μεσολάβησε καλοκαίρι, όταν πρόσεξα πως το όνομα του εκφωνητή είχε αλλάξει. Μ’ έζωσαν τα μαύρα φίδια. «Λες να μην το ξαναβάλουν;» Κάμποσες μέρες στεγνές άρχισαν να με πείθουν ότι ίσως να μην ξανάκουγα την τρεμουλοχαρά μου. Βέβαια υπήρχαν κι άλλα κομμάτια με τέτοιες τρεμουλοχαρές, αλλά κανένα δε συγκρινόταν με την πρώτη, τη γνήσια, αυτή που άνοιξε το δρόμο στις υπόλοιπες.

Η πραγματικότητα μου έπαιξε ακόμη πιο άσχημο παιχνίδι. Μια μέρα δεν είχα κέφια. Έβαλα το ράδιο, αλλά η αλήθεια είναι πως πιο πολύ ασχολούμουν μ’ ένα φορτηγάκι που μου είχε φέρει την προηγούμενη ένας θείος μου. Δεν ήταν καθόλου συχνό απόκτημα ένα καινούργιο παιχνίδι. Τα σημερινά παιδιά δεν εκτιμούν τα καινούργια τους παιχνίδια έτσι άφθονα που τα έχουν ή έτσι που τους απογοητεύει που δεν κάνουν στην πραγματικότητα ούτε το ένα δέκατο απ’ αυτά που κάνουν στη διαφήμιση. Μα τότε ήταν αλλιώς. Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα με το φορτηγάκι μου αγκαλιά και το πρωί το έβαλα απέναντί μου στο τραπέζι και φάγαμε μαζί πρωινό. Μου κουβάλησε το γάλα και το ψωμί και πετώντας μετέφερε το κουτάλι και το φλιτζάνι στο νεροχύτη. Ύστερα άρχισα να εξερευνώ κάθε του λεπτομέρεια και να μαθαίνω να εκμεταλλεύομαι όλες του τις δυνατότητες: Ανατροπή της καρότσας, σκαρφάλωμα πάνω από δύσκολα εμπόδια… Μα ξάφνου … πάγωσα. Έπαιζε το κομμάτι μου! Κράτησα το φορτηγάκι μου αγκαλιά και το φιλούσα με ευγνωμοσύνη. Σίγουρα ήταν μια ακόμη δυνατότητά του. Πραγματοποιούσε τα όνειρα! Όσο πλησίαζε η στιγμή του φινάλε, τόσο πιο σφιχτά το κρατούσα και περίμενα τη στιγμή που η τρίλια θα γέμιζε το δωμάτιο. «Σσσς… άκου τώρα» του ψιθύρισα δυο μέτρα πριν από το τέλος. Το τέλος; Τέλος; Κι η τρίλια; Δυο τρεις όλο κι όλο φορές σχεδόν νωθρά, βαριεστημένα, λες κι ο πιανίστας είχε πάθει κράμπα στα δάχτυλα και δεν άντεχε να τα κινήσει πιο γρήγορα, πιο επίμονα. Αυτό δεν ήταν τρεμουλοχαρά, ήταν με το ζόρι μια χαλασμένη τραμπάλα, ένα παραπάτημα του παππού – Αποστόλη όταν γύριζε μεθυσμένος, το ανεπαίσθητο πήγαινε έλα της τρύπιας κουρτίνας στην πόρτα. Ήταν, ήταν … Στο διάολο ό,τι και να ήταν, πάντως δεν ήταν η τρίλια μου. Κι αυτό το καταραμένο φορτηγάκι να μην καταλαβαίνει τίποτε. Τα φανάρια ίδια όπως πριν. Το χρώμα του ακόμη κατακόκκινο, λες και δεν είχε τίποτε συμβεί, λες και όλα ήταν όπως λίγο πριν.

Δέχτηκα αδιαμαρτύρητα, σχεδόν με ευγνωμοσύνη το ξυλοφόρτωμα για τη ζημιά που έκανα να καταστρέψω το καινούργιο ακριβό μου παιχνίδι σε μια μέρα. Πονούσε τόσο λίγο…

 

Έκτοτε, μεγάλος πια, έτυχε συχνά μια μικρή χαρά που τέλειωσε, το γλυκό χαμόγελο μιας γειτόνισσας που μετακόμισε, ένα λουλούδι στο βάζο που μαράθηκε, μια ζεστή χειραψία που κράτησε τόσο λίγο, ένα βιβλίο που έφτασε στο τέλος να μου θυμίσουν την τρίλια μου, την τρεμουλοχαρά μου.

 

 

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.